27.4 C
Athens
Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου, 2021

Bυθόμετρο – Fish-finder. Παρουσίαση, ανάλυση, χρήση και οδηγός για επιτυχημένη αγορά του.

κείμενο – φωτογραφίες Νίκος Λυμπερόπουλος.

Απολύτως απαραίτητο όργανο για καθετή, συρτή βυθού ή jigging.Το βυθόμετρο – Fish Finder όπως μαρτυρά και η λέξη αναγράφει στην οθόνη του το βάθος της θάλασσας στο συγκεκριμένο σημείο που βρισκόμαστε ως βυθόμετρο, ενώ συγχρόνως απεικονίζει τη μορφολογία του βυθού και τα ψαριά που βρίσκονται στην συγκεκριμένη περιοχή.  

Tο βυθόμετρο είναι μια συσκευή πομπού και δέκτη που δείχνει το βάθος, το σχήμα,  τη μορφή του βυθού, αλλά και τα ψάρια που βρίσκονται κάτω από το σκάφος. Tο ηχοβολιστικό αυτό μηχάνημα εκπέμπει ένα ηχητικό σήμα το οποίο, αφού ανακλαστεί στον βυθό ή σε κάποιο άλλο αντικείμενο, επιστρέφει. Με τη μέτρηση του χρονικού διαστήματος μεταξύ εκπομπής και λήψης του σήματος, υπολογίζεται το βάθος. Σκοπός του είναι να μας δείχνει κάθε στιγμή το βάθος ώστε όταν κάνουμε βαθιά συρτή να προσαρμόζουμε το μήκος του συρματόσχοινου του Dounrigger, ή του μολυβιού στο φύλακα ανάλογα, καθώς και κοπάδια από μικρόψαρα στον βυθό που προϊδεάζουν για μεγαλύτερα ψάρια στην ευρύτερη περιοχή. Ανάλογη είναι και η χρήση του (μορφολογία βυθού, βάθος, ανίχνευση ψαριών) στην καθετή,  στο ρίξιμο του παραγαδιού, ή στη διερεύνηση όταν πρόκειται να κάνουμε jigging. 

Το βυθόμετρο – Fish Finder

Το βυθόμετρο – Fish Finder (ανιχνευτής ψαριών) ή DepthFinder είναι ίσως το περισσότερο αναγκαίο εργαλείο στον εξοπλισμό του ψαρά. Η επιλογή του κατάλληλου βυθόμετρου, είναι συνάρτηση του τι είδους ψάρεμα κάνουμε. Εάν περιοριζόμαστε σε μικρές παραλιακές βόλτες με την βάρκα μας σε βάθη γύρω στα 30 μέτρα, τότε σίγουρα οποιοδήποτε από τα μικρά μοντέλα μίας ποιοτικής και αξιόπιστης εταιρείας θα κάνει την δουλειά του και με το παραπάνω.  Για πελαγίσια συρτή, συρτή βυθού ή καθετή σε μεγάλα βάθη, τότε αναγκαστικά πρέπει να επιλέξουμε ένα μεγαλύτερο μοντέλο με ισχυρότερο sonar, που να μπορεί να διαπερνά το πάχος της μάζας του νερού σε μεγαλύτερα βάθη. 

Το sonar του βυθόμετρου.

Το sonar, είναι ο μηχανισμός του βυθόμετρου που δημιουργεί και στέλνει μέσα στο νερό ηχητικά κύματα υψηλής συχνότητας, τα οποία αντανακλούνται στον βυθό ή στα ψάρια που βρίσκονται μέσα στο νερό, και καταγράφονται ως ενδείξεις στην οθόνη του βυθομέτρου. Ουσιαστικά η αρχή λειτουργίας του sonar είναι ίδια με αυτή του γνωστού σε όλους μας ραντάρ. Η ποιότητα των σημάτων που βλέπουμε στην οθόνη μας εξαρτάται από τέσσερις παράγοντες, την ολική ισχύ που εκπέμπει το sonar του βυθομέτρου, την συχνότητα που εκπέμπει, την γωνία εκπομπής καθώς και την ανάλυση της οθόνης που παρουσιάζονται οι πληροφορίες. Η ισχύς εκπομπής εξαρτάται από το βάθος που θέλουμε να ανιχνεύσουμε. Έτσι ένα βυθόμετρο με ονομαστική ισχύ 500W μπορεί να δει με ικανοποιητική ποιότητα σε τριπλάσιο περίπου βάθος από ένα βυθόμετρο με ονομαστική ισχύ 150W. Τα ερασιτεχνικά βυθόμετρα, αυτά δηλαδή που οι τιμές τους είναι σχετικά προσιτές για τον ερασιτέχνη, περιορίζονται συνήθως ως προς την ισχύ εκπομπής στο όριο των 500-600W.

Ησυχνότητα εκπομπής του βυθόμετρου.

Η συχνότητα εκπομπής προσδιορίζει την ποιότητα ή την ευκρίνεια με την οποία μεταφέρονται οι πληροφορίες του ανακλώμενου σήματος του sonar στην οθόνη μας. Η αναλογία είναι ίδια με τα κύματα του ραδιοφώνου. Άλλη ποιότητα ήχου έχουμε στα βραχέα κύματα, τα οποία όμως διαχέονται σε μεγαλύτερες αποστάσεις, και άλλη ποιότητα από τα FM. Συνήθως τα sonar των βυθομέτρων εκπέμπουν σε συχνότητες μεταξύ 50 Khz και 300 Khz. Η χαμηλή συχνότητα των 50  Khz μας δίνει την δυνατότητα να δούμε σε περισσότερο βάθος, αλλά με περιορισμένη ανάλυση. Οι υψηλότερες συχνότητες μας επιτρέπουν να έχουμε μεγαλύτερη ανάλυση της μορφολογίας του βυθού ή των ψαριών, αλλά μας περιορίζουν ως προς το μέγιστο βάθος. Τα ποιοτικά βυθόμετρα εκπέμπουν συνήθως σε διπλή συχνότητα, π.χ. στα 50 Khz και στα 200 Khz, δίνοντάς μας έτσι την δυνατότητα να επιλέξουμε την ποιότητα των πληροφοριών που παρουσιάζονται στην οθόνη μας, ή να βλέπουμε τις πληροφορίες από την εκπομπή και των δύο συχνοτήτων σε μία οθόνη.

Η γωνία εκπομπής του βυθόμετρου.

Η γωνία εκπομπής του αισθητήρα του βυθομέτρου προσδιορίζει ουσιαστικά τον κώνο εκπομπής του σήματος, και επομένως όσο μεγαλύτερη είναι η γωνία εκπομπής τόσο μεγαλύτερη επιφάνεια σαρώνουμε με το βυθόμετρό μας, σε βάρος όμως του βάθους. Τα περισσότερα ερασιτεχνικά βυθόμετρα έχουν γωνία εκπομπής γύρω στις 20 μοίρες, που κρίνεται ικανοποιητική για βάθη μέχρι τα 50 μέτρα. Τα βυθόμετρα δύο συχνοτήτων έχουν συνήθως διαφορετική γωνία εκπομπής για κάθε συχνότητα, π.χ. 20 μοίρες για τα 200 Khz και 12 μοίρες για τα 50 Khz για περισσότερο βάθος, οπότε η ευρύτητα της δέσμης μειώνεται αλλά μεγαλώνει το μήκος της, το αντίθετο συμβαίνει στην προηγούμενη περίπτωση.  

Η ποιότητα ανάλυσης της οθόνης του βυθόμετρου.

Η ποιότητα ανάλυσης της οθόνης προσδιορίζεται σε γενικές γραμμές από τον αριθμό των pixels (όπως στον δέκτη τηλεοράσεως ή στην οθόνη του υπολογιστή) που την αποτελούν, καθώς και εάν είναι μονόχρωμη ή έγχρωμη. Όσα περισσότερα pixels διαθέτει η οθόνη τόσο ζωντανεύει η παρουσίαση των πληροφοριών που βλέπουμε, και γίνεται ευκολότερος ο διαχωρισμός των ψαριών από τους κάθε είδους θορύβους που αναπόφευκτα κατακλύζουν την οθόνη μας. Επίσης γίνεται ευκολότερος ο διαχωρισμός της ποιότητας του βυθού καθώς και των ψαριών που κυκλοφορούν πάνω σε αυτόν. Ένα καλό έγχρωμο βυθόμετρο μας δίνει την δυνατότητα να ξεχωρίζουμε με μεγαλύτερη ευκολία τόσο την ποιότητα του βυθού, εάν δηλαδή είναι αμμώδης ή βραχώδης, όσο και το είδος των ψαριών. Μερικοί επαγγελματίες ψαράδες, που χρησιμοποιούν ακριβά και ποιοτικά εργαλεία, ισχυρίζονται ότι από το χρώμα που παρουσιάζει το σήμα ενός ψαριού στην έγχρωμη οθόνη του βυθόμετρού τους μπορούν να καταλάβουν το είδος του ψαριού, κάτι που χρειάζεται εξάσκηση και συνεχή επαφή με το αντικείμενο. 

Τι σημαίνει αυτό που βλέπω;

Αν δεν έχετε δει απεικόνιση σε βυθόμετρο – Fish Finder μην φανταστείτε ότι θα δείτε τα ψάρια όπως σε βιντεοσκοπημένο ντοκιμαντέρ, το βυθόμετρο αντιλαμβάνεται ένα μεγάλο ψάρι κάτω από την βάρκα ως ένα τοξοειδές σχήμα, παρά ως ψάρι. Αυτό συμβαίνει λόγω της αρχής λειτουργίας της σάρωσης του sonar, αρκετά  δύσκολο να το εξηγήσουμε με λίγες λέξεις. Η αρχή του τόξου συμβολίζει το σημείο που πρωτοείδε το βυθόμετρο το ψάρι κάτω από την βάρκα μας,  η μέση του τόξου το σημείο που το ψάρι είναι ακριβώς κάτω από την βάρκα και η άκρη δεξιά το σημείο που έφυγε μέσα από τον κώνο παρατήρησης. Βέβαια, όσο μεγαλύτερο είναι ένα ψάρι τόσο μεγαλύτερο  αναλογικά είναι και το τόξο που παρατηρούμε. Στα βυθόμετρα παλαιότερης τεχνολογίας τα ψάρια απεικονίζονται με κουκκίδες κόκκινες ή μαύρες, ή συνδυασμό κόκκινων μαύρων όταν πρόκειται για μεγάλο ψάρι.    Τα κοπάδια από μικρόψαρα παρουσιάζονται ως σύννεφα από τελείες. Επίσης το βυθόμετρο δεν βλέπει σε 3 διαστάσεις αλλά συμπιέζει όλες τις πληροφορίες σε μία διάσταση. Έτσι ένα ψάρι που βρίσκεται σε βάθος 20 μέτρων σε απόσταση 10 μέτρων από την δεξιά πλευρά της βάρκας μας θα εμφανισθεί στην οθόνη μας στην ίδια  θέση με ένα ψάρι που βρίσκεται στο ίδιο βάθος αλλά στην αριστερή πλευρά της βάρκας μας. Υπάρχουν όμως και κάποια μοντέλα τρισδιάστατα για μικρό σχετικά βάθος.  

Σημεία που πρέπει να προσέξετε. 

Οι κατασκευάστριες εταιρείες ερασιτεχνικών βυθομέτρων, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, είναι αμερικανικές που απευθύνονται κατά κύριο λόγο στην τεράστια εγχώρια αγορά τους. Το ψάρεμα στις ΗΠΑ σε αντίθεση με άλλα μέρη του κόσμου, παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες που ίσως να ξαφνιάσουν. Οι περισσότεροι Αμερικανοί ψαράδες εξασκούν το χόμπι τους σε γλυκά νερά όπως οι μεγάλες λίμνες και τα ποτάμια των ΗΠΑ, ή κοντά στις  ακτές του ωκεανού. Και στις δύο περιπτώσεις η ιδιομορφία έγκειται στο ότι τα νερά εκεί είναι πολύ ρηχά, σε σύγκριση με αυτά της Ελλάδος. Το βάθος των λιμνών και των ποταμών σπάνια υπερβαίνει τα 30-50 μέτρα, και όσον αφορά τον ωκεανό πρέπει κάποιος να ανοιχτεί πάνω από 20-30 ναυτικά μίλια για να συναντήσει βάθη πάνω από τα 100-150 μέτρα. Επομένως και τα αμερικάνικα  ερασιτεχνικά βυθόμετρα είναι συνήθως φτιαγμένα για να ανταποκρίνονται στις επικρατούσες εγχώριες συνθήκες των ρηχών νερών, έχοντας χαμηλή ισχύ sonar γύρω στα 100-300W και υψηλή συχνότητα εκπομπής από 200 – 400ΚΗΖ. Οι προδιαγραφές αυτές είναι υπεραρκετές για ψάρεμα σε γλυκά ή αλμυρά νερά που δεν υπερβαίνουν τα 30-50 μέτρα. Με την διάδοση όμως του πελαγίσιου ψαρέματος το αμερικανικό κοινό άρχισε να ζητάει και συσκευές ικανές να ανταποκριθούν σε μεγαλύτερα βάθη. Έτσι παρουσιάστηκαν συσκευές με αναβαθμισμένη ισχύ sonar μεταξύ 300 και 500W, καθώς και δυνατότητα παρατήρησης σε δύο συχνότητες 50 και 200 Khz. Οι συσκευές του τύπου αυτού ενδείκνυνται περισσότερο για τις ελληνικές θάλασσες, όπου το βάθος κατεβαίνει απότομα στα 50 – 130 μέτρα σε μικρές αποστάσεις από την ακτογραμμή. Οι αμερικάνικες κατασκευάστριες εταιρείες βυθομέτρων δίνουν το μέγιστο ωφέλιμο βάθος παρατήρησης λαμβάνοντας ως αναφορά την λειτουργία της συσκευής σε γλυκά νερά, εκεί δηλαδή που ψαρεύει η πλειοψηφία των Αμερικανών ψαράδων. Για λειτουργία όμως σε θαλασσινό νερό πρέπει να αφαιρέσετε ένα 25% -30% από αυτές τις ενδείξεις, δεδομένου ότι το αλμυρό νερό είναι περισσότερο συμπαγές από το γλυκό κυρίως λόγω της περιεκτικότητάς του σε χλωριούχο νάτριο και επομένως απαιτείται μεγαλύτερη ισχύς για να διαπεραστεί η μάζα του, εκτός εάν υπάρχει η  ένδειξη δίπλα από τα χαρακτηριστικά (salt water).   

Σε περίπτωση βλάβης να απευθυνθείτε στον αντιπρόσωπο και μόνον του βυθομέτρου σας ώστε να μην οδηγηθείτε σε περιπέτειες, γι αυτό καλό είναι να διαλέξετε κάποια γνωστή μάρκα με επίσημο και αξιόπιστο αντιπρόσωπο.  

κείμενο – φωτογραφίες Νίκος Λυμπερόπουλος.

Τελευταία Νέα

Βρείτε μας στο FB

2,510ΥποστηρικτέςΚάντε Like

Πιο δημοφιλή